Ημερομηνία παραχώρησης συνέντευξης: 6 Αυγούστου 2026
Ημερομηνία Δημοσίευσης συνέντευξης: 9 Αυγούστου 2026
Δημοσιογράφος: Βασίλης Κωστούλας
Ακολουθεί το πλήρες περιεχόμενο της συνέντευξης:
Θεωρητικά, ουδείς μπορεί να διαφωνήσει με τη χρησιμότητα ενός εργαλείου κοστολόγησης των οικονομικών προγραμμάτων και δη προεκλογικά. Είναι έτσι και στην πράξη; Έχετε ίσως κάποιο πρώτο feedback από τα κόμματα;
Στην πράξη, πιστεύω πως ναι — αν και για να απαντήσω πιο συγκεκριμένα στο ερώτημά σας για feedback, θα πρέπει να πω ότι βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή. Κάθε νέο θεσμικό βήμα περνάει από μια φάση προσαρμογής, και αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Έχουμε ήδη δημοσιεύσει το τεχνικό υπόμνημα που περιγράφει τη μεθοδολογία και τη διαδικασία κοστολόγησης, και αναμένουμε τις παρατηρήσεις των κομμάτων.
Αυτό που χτίζεται αυτή τη στιγμή είναι διπλή εμπιστοσύνη: αφενός η εμπιστοσύνη των πολιτών στη διαδικασία, αφετέρου —εξίσου κρίσιμη— η εμπιστοσύνη των ίδιων των κομμάτων προς τη διαδικασία που ακολουθεί το ΕΔΣ. Χωρίς αυτή τη δεύτερη, η κοστολόγηση δεν μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά, γιατί προϋποθέτει εποικοδομητική συνεργασία.
Νομίζω πως το αντιλαμβανόμαστε όλοι, πέρα από επιμέρους ενστάσεις: πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό βήμα για την ποιότητα του δημοκρατικού διαλόγου και για την ενημέρωση των πολιτών.
Σας προβληματίζει ότι μπορεί κάποιες πολιτικές δυνάμεις να μη σας αναγνωρίσουν ως αρμόδιους ή ακόμη και ικανούς να αξιολογήσετε τις εξαγγελίες τους; Και για να το θέσω διαφορετικά, ποια είναι τα εχέγγυα για την αξιοπιστία της διαδικασίας με την οποία θα τεκμηριώνονται οι οικονομικές εξαγγελίες των κομμάτων;
Μας ενδιαφέρουν οι απόψεις και ιδιαίτερα των πολιτικών δυνάμεων. Αλλά να τα πάρουμε με την σειρά. Η αρμοδιότητα: δεν είναι πρωτόγνωρη διεθνώς. Τα πιο έγκυρα ανεξάρτητα δημοσιονομικά συμβούλια έχουν ακριβώς αυτή την αρμοδιότητα, πάντα βέβαια σε συνεργασία με τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και αρχές των χωρών τους.
Δεύτερον, η επάρκεια: είμαστε μικρή υπηρεσία, δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά με αξιόλογο προσωπικό, καλούς επιστήμονες, και πάνω από όλα ανθρώπους με ήθος — απαραίτητα στοιχεία για μια τόσο ευαίσθητη διαδικασία. Αξιοποιούμε παράλληλα, βήμα-βήμα, τις δυνατότητες του νόμου αναθεώρησης του δημοσιονομικού πλαισίου (Ιούλιος 2025), που προβλέπει αναδιοργάνωση σε Τμήματα, προσωπικό και υποδομές — φυσικά με τους χρόνους που επιβάλλει η λειτουργία εντός δημοσίου και οι αξιόπιστες διαδικασίες του ΑΣΕΠ.
Τρίτον, τα εχέγγυα: αυτός ο συνδυασμός — διεθνώς αναγνωρισμένο πλαίσιο, ποιοτικό ανθρώπινο δυναμικό, διαφανείς διαδικασίες στελέχωσης — είναι που εγγυάται αμερόληπτη και ποιοτική δουλειά.
Αν έχω καταλάβει καλά, ο συγκεκριμένος μηχανισμός του ΕΔΣ στην πραγματικότητα θα είναι σε θέση να προφυλάσσει τα κόμματα και από λάθη. Σωστά;
Ναι, σωστά — και μάλιστα αυτό είναι ένα από τα βασικά οφέλη της διαδικασίας: η κοστολόγηση μπορεί να εντοπίσει αστοχίες ή υπολογιστικά λάθη πριν αυτά εκτεθούν δημόσια, δίνοντας στο κόμμα τη δυνατότητα να τα διορθώσει έγκαιρα. Θα ήθελα όμως σε αυτό το σημείο να τονίσω ότι πρόκειται για συμβουλευτική υπηρεσία. Δεν είναι ελεγκτικός μηχανισμός. Διαδικασία εθελοντική που σέβεται πλήρως την απόφαση κάθε κόμματος να τροποποιήσει ή και να αποσύρει μια πρόταση. Αυτό όμως δεν μειώνει την αξία της — αντίθετα: κοστολογημένες προτάσεις ενισχύουν πρωτίστως την αξιοπιστία των ίδιων των κομμάτων που τις καταθέτουν, ενημερώνουν καλύτερα τους πολίτες, και αναβαθμίζουν συνολικά τον πολιτικό διάλογο.
Σε επίπεδο διεθνούς πλαισίου, υπάρχει η τάση η αρμοδιότητα της κοστολόγησης να θεωρείται το επόμενο βήμα εμβάθυνσης του πολιτικού διαλόγου, και να απασχολεί όλο και περισσότερα Ανεξάρτητα Συμβούλια στην Ευρώπη. Η χώρα μας πρωτοπορεί σε αυτόν τον τομέα, και δεν είναι κακό να το αναγνωρίζουμε.
Είναι διασφαλισμένη η επαρκής στελέχωση και οι πόροι για να επιτελέσετε τον ρόλο σας;
Όπως ήδη συζητήσαμε, ο Ν. 5217/25 —ψηφίστηκε τον Ιούλιο 2025— προβλέπει την ενίσχυση του θεσμού σε προσωπικό και υλικοτεχνικές υποδομές, διαδικασία που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Παράλληλα, επωφεληθήκαμε από την Τεχνική Βοήθεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και βασιζόμαστε και στην ανταλλαγή τεχνογνωσίας μέσω του Δικτύου των Ευρωπαϊκών ανεξάρτητων δημοσιονομικών συμβουλίων.
Υπάρχει όμως κάτι ακόμα πιο σημαντικό από την ενίσχυση του ΕΔΣ: η καλή, απρόσκοπτη και σε βάθος χρόνου συνεργασία της Ανεξάρτητης Αρχής με τη δημόσια διοίκηση της χώρας. Για να προχωρήσει η αξιολόγηση μιας πρότασης, χρειαζόμαστε τα απαραίτητα δεδομένα και συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς — την ΑΑΔΕ, τον e-ΕΦΚΑ, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και άλλους. Θα ήθελα, από αυτό το βήμα, να ευχαριστήσω τις διοικήσεις, την ηγεσία των φορέων αυτών, οι οποίοι κατανόησαν αμέσως την πολυπλοκότητα αυτού του εγχειρήματος και τάχθηκαν πρόθυμα στο πλευρό μας.
Η κοστολόγηση των προγραμμάτων είναι ευθύνη του ΕΔΣ, αλλά το αποτέλεσμα οφείλεται σε όλους. Είναι ένα συλλογικό εγχείρημα, και η επιτυχία του χτίζεται πάνω στη συμβολή του καθενός.
Φαντάζομαι πάντως θα ελπίζετε να μην πέσουν όλοι μαζί δύο μήνες πριν τις εκλογές, αν υποθέσουμε ότι θα επιδείξουν τέτοιο ζήλο τα πολιτικά μας κόμματα.
Θα το ευχόμουν… και για την ακρίβεια, το έχουμε λάβει υπόψη σε κάποιο βαθμό. Τα χρονικά περιθώρια περιγράφονται με σαφήνεια στο Τεχνικό Υπόμνημα. Τελευταία υποβολή 120 ημέρες πριν την προγραμματισμένη ημερομηνία των εκλογών και τον τελευταίο μήνα πριν τις εκλογές δεν παραδίδονται εκτιμήσεις. Αυτό διασφαλίζει ακριβώς ότι δεν θα βρεθούμε αντιμέτωποι με σωρευμένα αιτήματα σε μια κρίσιμη χρονική στιγμή.
Προς το παρόν αναμένουμε τα ερωτήματα των κομμάτων, ώστε να προχωρήσουμε σε όσες διευκρινίσεις είναι εφικτές. Ήδη απαντάμε σε σχετικά ερωτήματα στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, και πιστεύουμε ότι η διαδικασία θα εμπλουτιστεί ακόμα περισσότερο μέσα από τη συνεργασία με τα κόμματα.
Θα ήθελα να τονίσω ότι πέρα από εμάς και τα κόμματα, οι πραγματικοί αποδέκτες αυτής της προσπάθειας είναι οι πολίτες. Και σε αυτούς οφείλουμε, όλοι μαζί, να λειτουργήσουμε με σοβαρότητα, συνέπεια και διαφάνεια.
Χωρίς να περιμένω να τις κατονομάσετε, εσείς προσωπικά έχετε ακούσει την τελευταία περίοδο οικονομικές προτάσεις οι οποίες ενδεχομένως υποψιάζεστε ότι δύσκολα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα;
Ξέρετε, παρακολουθώ, όσο μου επιτρέπεται, τις οικονομικές εξαγγελίες, τις προθέσεις των κομμάτων. Φαίνεται πως η κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας μάς έχει κάνει όλους, νομίζω, κάπως πιο σοφούς και πιο ρεαλιστές — ίσως με διαφορετικούς τρόπους, σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, αλλά σίγουρα πιο συγκρατημένους.
Όπως ξέρουμε, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας — αυτά που επισημαίνουμε κι εμείς στην πρόσφατη Έκθεσή μας, αλλά και η Κομισιόν και η Τράπεζα της Ελλάδος στις δικές τους — εξακολουθούν να υπάρχουν.
Όλα αυτά, για να επανέλθω στο ερώτημα σας εκ των πραγμάτων, στενεύουν τα περιθώρια για ό,τι δεν στέκει στα πόδια του.
Βέβαια… μένει πάντα η απορία. Έχουμε γίνει αρκετά σοφότεροι, σε σχέση με το τίμημα που πλήρωσε η χώρα σε εκείνη την κρίση; Γυρίζουμε πάλι στην αποτίμηση — δύσκολο ερώτημα, αλλά ενδιαφέρον.
Κατά καιρούς, έχει συζητηθεί η ιδέα της συνταγματικής κατοχύρωσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ποια είναι η γνώμη σας;
Είναι ένα θέμα που μπήκε δικαίως στη δημόσια συζήτηση, γιατί αγγίζει το πώς θωρακίζουμε τη σταθερότητα της χώρας απέναντι στην πρόκληση του κάποια στιγμή να ξοδεύουμε πάνω από τις δυνατότητες μας.
Γύρω από τη συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας υπάρχουν σοβαρές, αντικρουόμενες απόψεις από ακαδημαϊκούς, οικονομολόγους και συνταγματολόγους. Δεν το έχουμε ερευνήσει σε βάθος ώστε να σας δώσω μια τεκμηριωμένη θέση εκ μέρους του Συμβουλίου.
Αυτό όμως που πιστεύω βαθιά είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι τόσο νομικό όσο πολιτισμικό, αν μου επιτρέπεται ο όρος… Εννοώ ότι χρειάζεται κατανόηση της ανάγκης για δημοσιονομική συνέπεια ως στοιχείο νοοτροπίας, όχι μόνο ως κανόνα. Χωρίς δημοσιονομική σταθερότητα δεν υπάρχει εμπιστοσύνη· χωρίς εμπιστοσύνη δεν υπάρχουν επενδύσεις και ανάπτυξη· και χωρίς αυτά, δεν υπάρχουν πόροι για κοινωνική πολιτική. Το πληρώσαμε ως χώρα με τον φαύλο κύκλο της προηγούμενης δεκαετίας.
Ίσως εδώ αξίζει να δούμε και την εμπειρία άλλων χωρών. Αυστηρή συνταγματική δέσμευση συχνά οδηγεί σε πολιτικά αδιέξοδα. Χωρίς να λαμβάνω θέση υπέρ ή κατά, μήπως άραγε, ακόμα πιο ουσιαστική από τη γραπτή κατοχύρωση είναι ό,τι χτίζεται μέσα από θεσμούς και κουλτούρα υπευθυνότητας;
Και είναι ακριβώς εδώ, σε αυτή την υπευθυνότητα, που η κοστολόγηση του δημοσιονομικού αντίκτυπου των προγραμμάτων των πολιτικών κομμάτων αποκτά την πραγματική της σημασία — γιατί χωρίς αυτήν την διαδικασία, κάθε συζήτηση για δημοσιονομική συνέπεια μένει στη θεωρία.
Θα ήθελα τη γνώμη σας και για το τρέχον μακροοικονομικό περιβάλλον. Αντέχει η ελληνική οικονομία τα διαδοχικά διεθνή σοκ; Πώς αξιολογείτε τις δημοσιονομικές προοπτικές σε αυτό το προεκλογικό έτος;
Μέχρι τώρα, από τότε που άρχισαν οι διεθνείς κρίσεις — πανδημία, εισβολή στην Ουκρανία, πόλεμος στη Μέση Ανατολή — η ελληνική μακροοικονομία τα πάει πολύ καλύτερα από τις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Αυτό είναι σημαντικό, και το αναδείξαμε στην πρόσφατη Έκθεσή μας.
Αλλά απαιτείται προσοχή, και ρεαλισμός. Τα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνονται εφέτος. Τις κλιματικές προκλήσεις τις είδαμε πριν από λίγες μέρες, με τις πυρκαγιές και τις καταστροφές. Και νέα διεθνή σοκ δεν αποκλείονται — μάλλον, θα έλεγα, έχουν γίνει πια συνήθεια. Γι' αυτό ακριβώς χρειάζεται προληπτική δημοσιονομική πολιτική, ιδίως τώρα που βρισκόμαστε, όπως σωστά επισημαίνετε, σε προεκλογική περίοδο. Απαιτείται λοιπόν προσοχή.
Χρειάζεται επίσης να βλέπουμε την ελληνική οικονομία με τις αδυναμίες της— να δούμε πού υστερούμε, και να βελτιώσουμε ό,τι χρειάζεται βελτίωση. Στις μέρες μας, η επικρατούσα άποψη, νομίζω, είναι ότι μια οικονομική και κοινωνική ευημερία με κάποια χρονική διάρκεια — δηλαδή όχι προσωρινή, που θα σήμαινε δανεισμό — προϋποθέτει ανάπτυξη που στηρίζεται κυρίως στην αξιοποίηση της τεχνολογίας και στην άμβλυνση των ανισοτήτων. Αυτοί είναι οι στόχοι μιας σύγχρονης χώρας. Άρα πρέπει να δούμε, όλοι μαζί, πώς μπορούμε να ανταποκριθούμε σε αυτούς τους στόχους — δηλαδή, με τι είδους πολιτικές παρεμβάσεις και διαρθρωτικές αλλαγές.
Στην εκάστοτε προεκλογική ΔΕΘ, ο πολιτικός πειρασμός για την κυβέρνηση είναι μεγάλος. Ποιες κατευθύνσεις θα λέγατε ότι θα πρέπει να έχει η οικονομική ατζέντα της χώρας σε αυτήν τη φάση, αμιγώς από δημοσιονομική άποψη.
Να πω μια λέξη; Ρεαλισμός!
Όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες, η προεκλογική περίοδος αναπόφευκτα χαρακτηρίζεται από υποσχέσεις παροχών από όλα τα πολιτικά κόμματα. Είναι ένα γνωστό φαινόμενο — υπάρχει, άλλωστε, ολόκληρη βιβλιογραφία στα οικονομικά γύρω από τους λεγόμενους political business cycles, που δείχνει πόσο συστηματικά η δημοσιονομική πολιτική «χαλαρώνει» πριν από εκλογές, σχεδόν ανεξάρτητα από τη χώρα ή την εποχή.
Θα ήταν όμως κρίμα — θα έλεγα ίσως και λίγο τραγικό — αν, μετά τη μεγάλη κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, ξαναμπούμε σε αυτόν τον ανταγωνισμό παροχών και μη ρεαλιστικών υποσχέσεων. Και δεν το λέω μόνο για τους αριθμούς. Το λέω γιατί είναι, βαθιά, θέμα εμπιστοσύνης — και την εμπιστοσύνη, το μάθαμε με τον σκληρό τρόπο, την χτίζεις αργά και την χάνεις γρήγορα. Κάτι τέτοιο θα έβλαπτε την αξιοπιστία της χώρας και θα έθετε σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα που, όπως είπα και παραπάνω, είναι, ευτυχώς ή δυστυχώς, αναγκαία προϋπόθεση για οτιδήποτε άλλο θέλουμε να πετύχουμε ως κοινωνία.
Η προσήλωσή μας στο νέο δημοσιονομικό πλαίσιο λειτουργεί σε τέτοιες περιόδους σαν έναν ασφαλής χάρτης για το τι μπορούμε πραγματικά να ξοδέψουμε. Δεν το βλέπω σαν περιορισμό για τον περιορισμό — το βλέπω μάλλον σαν κάτι που μας κρατάει προσγειωμένους, ακριβώς τη στιγμή που όλα γύρω μας τραβάνε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Νιώθετε ενδεχομένως και μια μελαγχολία… κάθε φορά στο άκουσμα της είδησης ότι η Ελλάδα κατέγραψε υπερπλεόνασμα; Διότι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα αντιστοιχούν συγχρόνως σε φορολογικά έσοδα τα οποία στερούν πόρους από τις επενδύσεις και την αγοραστική δύναμη.
Όχι, γιατί εξαρτάται από τι άλλο συμβαίνει την ίδια στιγμή. Επιτρέψτε μου να το εξηγήσω λίγο.
Στην Ελλάδα έχουμε πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα -σημειωτέον, τονίζω το «πρωτογενή», αφού υπάρχει και η ανάγκη πληρωμής των τόκων για να εξυπηρετήσουμε το υπάρχον δημόσιο χρέος- και φαντάζομαι ότι πια όλοι συμφωνούμε ότι θέλουμε με συνέπεια να το εξυπηρετούμε.
Παράλληλα υπάρχει και επεκτατική δημοσιονομική πολιτική με τη μορφή δημοσιονομικών μέτρων στήριξης. Αυτό αναγνωρίζεται από σχεδόν όλες τις πρόσφατες αναλύσεις και από τη ΕΕ στην πρόσφατη έκθεση της για την Ελλάδα. Πώς λοιπόν φτάνουμε σε ένα σημείο όπου συνδυάζονται τα πρωτογενή πλεονάσματα με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική; Είναι ένας «καλός» συνδυασμός και είναι κυρίως απόρροια της ανάπτυξης (που μεγαλώνει την φορολογική βάση ακόμα και αν οι φορολογικοί συντελεστές δεν αυξάνονται, το αντίθετο μάλιστα), του συνδυασμού χαμηλών επιτοκίων δανεισμού και ρυθμού ανάπτυξης, αλλά και της εντυπωσιακής μείωσης της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής — με αποτέλεσμα την αύξηση τόσο των φορολογικών εσόδων όσο και των εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές, κάτι που αποτελεί μεγάλη επιτυχία τόσο της ΑΑΔΕ όσο και του e-ΕΦΚΑ. Μπαίνω και στον πειρασμό με την ερώτηση σας να αναφερθώ σε μια κριτική που ακούγεται συχνά — ότι μέρος αυτών των πλεονασμάτων οφείλεται στον πληθωρισμό. Και έχει μια δόση αλήθειας: όταν ανεβαίνουν οι τιμές, ανεβαίνει και το ονομαστικό ΑΕΠ, οπότε δείκτες που εκφράζονται ως ποσοστό του ΑΕΠ τείνουν να εμφανίζονται καλύτεροι, όσο οι δαπάνες δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό. Αυτό όμως δεν εξηγεί το σύνολο της εικόνας. Αν διαβάσετε π.χ. ο ΟΟΣΑ, στην πρόσφατη έκθεσή του, βλέπει τα πρωτογενή πλεονάσματα να διατηρούνται — και μάλιστα να ενισχύονται ελαφρώς — και τα επόμενα δύο χρόνια, σε μια περίοδο δηλαδή που ο πληθωρισμός αναμένεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω. Αν επρόκειτο για καθαρά πληθωριστικό φαινόμενο, θα περιμέναμε το αντίθετο. Ο οργανισμός αποδίδει αυτή τη σταθερότητα σε πραγματική ανάπτυξη, όχι μόνο σε ονομαστική διόγκωση. Και φυσικά, υπάρχει και η μείωση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, που δεν έχει καμία σχέση με τον πληθωρισμό. Στο ίδιο συμπέρασμα, καταλήγουμε αν δούμε τα επίσημα στατιστικά στοιχεία δαπανών και εσόδων σαν ποσοστά του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια. Άρα, ναι, ο πληθωρισμός συνέβαλε — αλλά δεν είναι, ούτε ήταν ποτέ, η μόνη εξήγηση.
Θα θέλαμε ακόμα πιο έντονα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης; Πιθανά. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά — η ανάγκη μείωσης του δημοσίου χρέους — και αυτή, πρέπει να γίνεται όσο η οικονομία αναπτύσσεται, όχι σε περιόδους ύφεσης, γιατί τότε οδηγεί σε φαύλο κύκλο.
Τελικά, όπως καταλαβαίνετε, είναι πάντα μια δύσκολη επιλογή — η ισορροπία του άμεσου οφέλους με την μακροχρόνια βιωσιμότητα, το σήμερα με το αύριο και, εν τέλει, αν μου επιτρέπετε όπως το νοιώθω τη δική μας γενιά με αυτές που έρχονται.
Δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή, και δεν είναι δικός μας ρόλος να τη γράψουμε· εμείς, ως Ανεξάρτητη Αρχή, παρακολουθούμε και αποτιμούμε αν οι επιλογές που γίνονται κρατούν αυτή την ισορροπία.
